-

-

14 Απρ 2014

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ 20140414 Ημερίδα "Τοπική Δημοκρατία - Συμμετοχή και Κοινωνικός Έλεγχος" (+εισηγήσεις)

Η δημοτική παράταξη Ανάπλαση Αιγάλεω διοργάνωσε την Κυριακή 13 Απριλίου 2014 στο Πνευματικό Κέντρο «Γιάννης Ρίτσος» εκδήλωση με θέμα: «Τοπική Δημοκρατία – Συμμετοχή και Κοινωνικός Έλεγχος».

Εισηγητές ήταν οι: Ηλίας Γεωργαντάς (Επίκουρος Καθηγητής Τοπικής Πολιτικής Παν/μίου Κρήτης), Στέφανος Δημητρίου (Αναπληρωτής καθηγητής, Παν/μιο Ιωαννίνων), Σταύρος Κωνσταντακόπουλος (Επίκουρος καθηγητής, Πάντειο Παν/μιο), Αγγελική Πανοπούλου και Κώστας Παπαδημητρίου (Ειδικοί επιστήμονες στον Συνήγορο του Πολίτη). Την εισαγωγή έκανε ο υποψήφιος δήμαρχος Δημήτρης Μπίρμπας, ενώ παρεμβάσεις έκαναν ο δικηγόρος, υποψήφιος περιφερειακός σύμβουλος και μέλος της Ανάπλασης Θοδωρής Σχινάς και ο καθηγητής του Πάντειου και υποψήφιος ευρωβουλευτής με τον ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρης Χριστόπουλος.
Οι εξαιρετικές εισηγήσεις καθήλωσαν τους ακροατές, ενώ μετά το πέρας τους - και ενώ είχε προγραμματιστεί η λήξη - ακολούθησε συζήτηση με τους εισηγητές από ενδιαφερόμενους για περισσότερη πληροφόρηση.
Από αριστερά: Δημήτρης Μπίρμπας, Θοδωρής Σχινάς, Δημήτρης Χριστόπουλος, Αγγελική Πανοπούλου, Σταύρος Κωνσταντακόπουλος, Στέφανος Δημητρίου, Κώστας Παπαδημητρίου και Ηλίας Γεωργαντάς.

Ακολουθούν οι εισηγήσεις όλων των ομιλητών.



Εισήγηση Δημήτρη Μπίρμπα - Καλωσόρισμα



Γιατί ανοίγουμε αυτή τη συζήτηση σήμερα; Ποιος είναι ο στόχος της, ιδιαίτερα τώρα στο μέσον μιας προεκλογικής περιόδου; Η απάντηση είναι πως κεντρικό στοιχείο της προγραμματικής μας πρότασης ως παράταξης, αλλά και της ιδεολογικής και πολιτικής μας προσέγγισης για την αυτοδιοίκηση και την κοινωνία, αποτελεί η ενεργός συμμετοχή των πολιτών και ο ανοικτός δημόσιος κοινωνικός έλεγχος. Στοιχεία που λείπουν από την πολιτική και αυτοδιοικητική ζωή της χώρας, στοιχεία που πρέπει να μελετηθούν σε βάθος για να μπορέσουν να γίνουν εργαλεία για τη χάραξη αλλαγής πορείας προς την έξοδο από τη σημερινή πολλαπλή κρίση.
Αποτελεί στερεά πεποίθησή μας ότι οι μεταβιομηχανικές κοινωνίες της τηλεοπτικής δημοκρατίας και της εικονικής πραγματικότητας δημιουργούν συνθήκες θερμοκηπίου για την ανάπτυξη συμπεριφορών που ευνοούν τις πρακτικές του ατομοκεντρισμού, της «ανάθεσης και του καναπέ». Θεωρούμε δε ότι είναι απαραίτητο άμεσα να μετασχηματιστούν σε βάθος, ώστε να συντελεστούν σημαντικές αλλαγές όσον αφορά τις κοινωνικές συμπεριφορές και αντιλήψεις, να δημιουργηθούν νέοι και να αναδιαμορφωθούν «παλιοί» θεσμοί στις τοπικές κοινωνίες, καθώς και διαδικασίες δημοκρατικής συμμετοχής (άμεσης και αντιπροσωπευτικής) και κοινωνικού ελέγχου.
Η ιστορική εμπειρία της χώρας (κοινοτισμός και ΕΑΜ) και του εξωτερικού, καθώς και οι σύγχρονες ριζοσπαστικές δημοκρατικές αντιλήψεις που λειτουργούν στον ευρωπαϊκό και στον παγκόσμιο χώρο αποτελούν πηγές έμπνευσης και αναζήτησης, στοχασμού και πειραματισμού.
Ζώντας στη δίνη μιας παγκόσμιας κρίσης, που δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και βαθιά κοινωνική και πολιτισμική, αισθανόμαστε την ανάγκη να συμβάλουμε στη διερεύνηση των όρων υπέρβασής της. Οι αναγκαίες πολιτικές ανατροπής οφείλουν να αποτυπωθούν σε ένα εναλλακτικό σχέδιο που δεν θα θέτει μόνο μακροπρόθεσμους στόχους, αλλά θα συμπεριλαμβάνει και πεδία που θα μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα. 
Η αξιοποίηση των σημερινών περιορισμένων θεσμικών δυνατοτήτων (Επιτροπή Διαβούλευσης, περιορισμένα τοπικά δημοψηφίσματα, Συμβούλιο Μεταναστών, δημοτικές επιτροπές, Συνήγορος του Δημότη κ.λπ.) αποτελεί μία από τις προτεραιότητές μας και θα πρέπει να συναρθρώνεται με εναλλακτικές πρακτικές και διαδικασίες στις οποίες θα αναφερθούμε στη συνέχεια της σημερινής μας συζήτησης.
Κεντρικός πολιτικός μας στόχος είναι η ανατροπή των μνημονιακών δεσμεύσεων, γιατί η απαίτηση εφαρμογής τους υποχρεώνει σε νομοθετικά πραξικοπήματα και περιορισμούς του δημοκρατικού ελέγχου. Η άμεση κατάργηση του Παρατητηρίου, η απόδοση των συνταγματικά κατοχυρωμένων πόρων και η αντικατάσταση του νεοσυγκεντρωτικού «Καλλικράτη» πρέπει να αποτυπωθούν σε ένα νέο πλαίσιο λειτουργίας της αυτοδιοίκησης που θα προκύψει μέσα από την αναγκαία ολοκληρωμένη δημοκρατική και ριζοσπαστική μεταρρύθμιση του ενιαίου πολιτικοδιοικητικού μας συστήματος, κρατικού και αυτοδιοικητικού.
Έχοντας σαν οδηγό μας τα κεντρικά συνθήματα των δύο πιο σημαντικών παγκόσμιων κινημάτων της μετανεωτερικότητας, του οικολογικού «Σκέψου παγκόσμια, δράσε τοπικά» και του κινήματος ενάντια στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση (anti global) «Οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη», θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε και με τη σημερινή μας συζήτηση, θεωρητικά αλλά και ελπίζουμε πρακτικά, τις δυνατότητες δημιουργίας νέων μορφών αυτοθέσμισης των τοπικών κοινωνιών, όπως έλεγε και κορυφαίος συμπατριώτης μας στοχαστής.
Οι αρχές της επικουρικότητας και της εγγύτητας, η στόχευση για εδαφική και κοινωνική συνοχή, οι οποίες στο πρόγραμμά μας εκφράζονται με τη δημιουργία διαμερισματικών συμβουλίων και την καθιέρωση συμμετοχικού προϋπολογισμού, τη θεσμοθέτηση τοπικών δημοψηφισμάτων και τη λειτουργία τοπικού αναπτυξιακού συμβουλίου, την εφαρμογή ετήσιων απολογισμών σε επίπεδο διαμερίσματος, αλλά και την επαναλειτουργία των νομικών προσώπων, ελπίζουμε να «αντέξουν» και να αναδιαμορφωθούν μέσα από τη σημερινή μας συζήτηση που προβλέπουμε ότι θα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα από τη σύνθεση του πάνελ και των παρευρισκομένων.




Εισήγηση Ηλία Γεωργαντά

(Ο Δημήτρης Γεωργαντάς είναι Επίκουρος Καθηγητής Τοπικής Πολιτικής Παν/μίου Κρήτης)


Στην Ελλάδα, η δεκαετία που πέρασε άφησε πίσω της ριζικές αλλαγές στο καθεστώς αντιπροσώπευσης σε υποεθνικό επίπεδο. Αρχικά το πρόγραμμα "Καποδίστριας" και στη συνέχεια το πρόγραμμα "Καλλικράτης" αναδιάταξαν τις σχέσεις κεντρικού και τοπικού κράτους αναδιαρθώνοντας εκ βάθρων την "τοπολογία" των αντιπροσωπευτικών δομών. Όμως η πολιτική ρητορική της "ισχυρής και αποτελεσματικής αυτοδιοίκησης" πρέπει να συνεκτιμηθεί κριτικά σε σχέση με τις προϊούσες διαδικασίες συγκεντροποίησης της πολιτικής εξουσίας που επιφέρει η χωρική πύκνωση της υποεθνικής αντιπροσώπευσης. Καθώς οι αναδιατάξεις αυτές  τελούν εν εξελίξει, και με δεδομένη βέβαια την εκκρεμότητα του νέου εκλογικού συστήματος, δεν είναι επ ουδενί δεδομένο ότι το κέντρο βάρους της αντιπροσώπευσης μετατοπίζεται εγγύτερα στο τοπικό κράτος. Τουναντίον, πιθανότερο ίσως είναι το ενδεχόμενο μιας "καρτελοποίησης" της πολιτικής δύναμης στα πλαίσια μιας αναδυόμενης "μεταδημοκρατίας".

Από τον Καλλικράτη και μετά γίνεται εμφανής μια διαδικασία "αποκεντρωμένης συγκεντροποίησης". Η διαδικασία αυτή έθεσε σε κίνηση διεργασίες καρτελοποίησης της πολιτικής δύναμης οι οποίες προώθησαν την περιφερειοποίηση του πολιτικού παιγνίου. Όμως αυτή η περιφεριοποίηση επ' ουδενί δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα αυθεντικά ενδογενών πολιτικών διεργασιών. Αποτέλεσμα είναι μια οιωνεί ανάδυση δευτερογενών αγορών πολιτικής δύναμης στις οποίες κατ' ουσίαν γίνεται αναδιαπραγμάτευση των κεντρικά διαθέσιμων πολιτικών τίτλων. Με τον Καλλικράτη τα περιφερειακά καρτέλ εξουσίας προσπάθησαν να διευρύνουν το γεωγραφικό μέγεθος των αγορών τους - αγορές πολιτικής επιρροής, αγορές ψήφων, αγορές πολιτικού χρήματος και διαφθοράς. Άλλωστε έκπληξη μόνον προκαλεί η ετοιμότητα και η προθυμία των συλλογικών οργάνων της ΤΑ να συνταχθούν με τις αλλαγές οι οποίες κατά βάση συμποσούνταν στην αυτοκατάργησή τους.

Στην Ελλάδα η αυτοδιοίκηση (με ελάχιστες εξαιρέσεις) δεν ήταν ποτέ αυτο-κυβέρνηση, δηλαδή ένα πολιτικό καθεστώς συμμετοχής εντός του οποίου η τοπικότητα απολαμβάνει δικαιώματα πολιτικού αυτοπροσδιορισμού (τα οποία βεβαίως περιορίζονται εντός του ευρύτερου και επικυρίαρχου αυτοπροσδιορισμού που απορρέει από τη συνταγματική ρήτρα της λαϊκής κυριαρχίας). Για το ελληνικό πολιτικό σύστημα η αυτοδιοίκηση ήταν απλά "η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων" ούτε καν η διαχείρισή τους (βλ. και σχετική συζήτηση στο Σύνταγμα του 1975). Θα λέγαμε ότι η τοπική αυτοδιοίκηση λειτούργησε ιστορικά σαν μια εκδοχή τοπικού κράτους - δηλαδή σαν μια μικρογραφία του κράτους και του κεντρικού πολιτικού συστήματος σε τοπικό επίπεδο κι όχι σαν μια διακριτή, πόσω μάλλον εναλλακτική δομή πολιτικής εξουσίας.

Στην κατεύθυνση αυτή πρέπει να υπάρξει μια εκ βάθρων ανασυγκρότηση της αυτοδιοίκησης - πράγμα που βέβαια σημαίνει την ανατροπή του καθεστώτος που εγκαθίδρυσε το σχέδιο «Καλλικράτης».

Μ' αυτά και μ' αυτά όμως η αυτοδιοίκηση της κρίσης κινδυνεύει να εκπέσει μετατρεπόμενη, κατά τρόπο κωμικοτραγικό, από μεταδημοκρατικό καρτέλ υψηλής τεχνολογίας σε ωμή μεταμοντέρνα φεουδαρχία: ελάσσονες υπεξούσιοι διαφόρων αναβαθμών αποκαλύπτονται καθώς κανείς προχωρά στα εντόσθια της μεγάλης και πολιτικά ευρύχωρης μπαμπούσκας της οικονομικής ολιγαρχίας. Αλλά κι αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Όπως και στις οργανωμένες δομές της ύστερης φεουδαρχίας υπάρχει και η φιγούρα του βασιλικού επιτρόπου -σήμερα ένας Φούχτελ, αύριο κάποιος άλλος- που σε ρόλο αφοσιωμένου στο στέμμα τοποτηρητή περιοδεύει στις κομητείες της επικράτειας παρακολουθώντας με το άγρυπνο βλέμμα του τις μικρές μπαμπούσκες της «ισχυρής και αποτελεσματικής αυτοδιοίκησης».

Το γεγονός ότι η υπαρκτή εκδοχή της εγχώριας αυτοδιοίκησης, με κάποιες λιγοστές εξαιρέσεις, δεν χαίρει και ιδιαίτερης εκτίμησης στην κοινή γνώμη οφείλεται εν πρώτοις στο ίδιο το πολιτικό σύστημα που την εξέθρεψε και δευτερευόντως στην ίδια.  Από την άλλη όμως πλευρά ενδιαφέρον προκαλεί το δεδομένο ότι η κοινή γνώμη επιφυλάσσει πολύ θετικότερη στάση απέναντι στον γενικό θεωρητικό ιδεότυπο της αυτοδιοίκησης. Αυτή η διχοστασία υποδηλώνει όμως και μια έμμεση πολιτική διεκδίκηση της αυτοδιοίκησης, έστω και μέσω της απλής επισήμανσης των αποκλίσεων της πενιχρής πολιτικής πραγματικότητας από τον αυτοδιοικητικό ιδεότυπο. Αν όμως υπάρχουν οι κοινωνικές προσδοκίες θα πρέπει να υπάρξει και το ανάλογο πολιτικό πρόγραμμα που θα τις εκφράσει και θα τις μορφοποιήσει σε οργανωμένη πολιτική πράξη. Οι προσδοκίες αυτές έχουν ωριμάσει πολύ περισσότερο και θα πρέπει πλέον να υπάρξει μια πλατιά, ανοιχτή πολιτική έκκληση στις δυνάμεις που ανέδειξε η κοινωνική βάση και η κοινωνική δυναμική στις οποίες θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία μιας συνταγματικά οριοθετημένης αυτοδιεύθυνσης.

Το χρονίζον αίτημα του μετασχηματισμού του πολιτικού συστήματος αναπόδραστα παραπέμπει, αλλά φυσικά δεν εξαντλείται, σ' ένα μείζον ζήτημα που δεν είναι άλλο από τη συγκρότηση ενός κοινωνικά και πολιτικά ριζοσπαστικού προγράμματος που θα μετασχηματίσει όχι απλά τη γεωγραφία της πολιτικής εξουσίας αλλά και την ίδια την τοπολογία που τη διέπει. Ο στόχος αυτός θα πρέπει να εγγραφεί ρητά στον στρατηγικό ορίζοντα του κυβερνητικού εγχειρήματος του οποίου η ριζοσπαστική φυσιογνωμία θα κριθεί και από το κατά πόσον θα καταφέρει να ανατρέψει την υφιστάμενη γεωμετρία της πολιτικής δύναμης στο εγχώριο σύστημα εξουσίας. Όμως, το εγχείρημα αυτό συνεπάγεται ένα ριζικό αναπροσδιορισμό της θέσης που θα έχει η αυτοδιοίκηση στη συνολική δομή και αρχιτεκτονική του πολιτικού συστήματος αλλά και της πολιτικής κουλτούρας.

Εκτός της μνημειώδους αβελτηρίας του δικομματισμού να συνομιλήσει με τα κοινωνικά αιτήματα της ύστερης μεταπολίτευσης υπάρχει ένας επιπλέον λόγος που εξηγεί την ταχύτατη, σχεδόν ανεξέλεγκτη, κατάρρευση του κομματικού σκηνικού. Ο ισχνότατος βαθμός χωρικής διαστρωμάτωσης του ελληνικού πολιτικού συστήματος και η εξαιρετικά κεντρομόλος αρχιτεκτονική του δεν επέτρεψε την ανάπτυξη τοπικών και περιφερειακών υποσυστημάτων που θα μπορούσαν: α) να συγκρατήσουν τις τάσεις αποσύνθεσης, β) να λειτουργήσουν σαν εφεδρικές δομές στήριξης και γ) να εξασφαλίσουν μία κατά το δυνατόν απρόσκοπτη επιτέλεση των βασικών του λειτουργιών. Εκ των υστέρων αυτό ίσως να μην ήταν και ουδέποτε επιθυμητό κρίνοντας από τη σαρωτική επέλαση των μνημονιακών πολιτικών που έφερε η ξένη εποπτεία της τρόικας. Άλλωστε, και δεν είναι απλώς θέμα μεγέθους, σε μαστιζόμενες από την κρίση χώρες που διέθεταν πολιτικά συστήματα με χωρική διαστρωμάτωση (Ιταλία, Ισπανία) ενεργοποιήθηκαν φραγμοί και προσκόμματα που ανέκοψαν τη βίαιη ορμή της νεοφιλελεύθερης «εργαλειοθήκης».

Η πολιτική ανακυττάρωση της αυτοδιοίκησης μέσα από την κινητοποίηση της κοινωνικής βάσης και την αξιοποίηση των συμμετοχικών και αλληλέγγυων δομών που αυθόρμητα γέννησαν οι δουλείες του μνημονίου καταδεικνύει κι ένα άλλο ζήτημα μακροσκοπικής τάξης. Προφανώς, το ζητούμενο δεν είναι μια μερική αναμόρφωση των πενιχρών και ρακένδυτων αυτοδιοικητικών θεσμών που στην ουσία θα διατηρεί την αυτοδιοίκηση στην υπολειμματική θέση που ιστορικά κατείχε εντός του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Αυτό που πρέπει να σχεδιαστεί προσεκτικά είναι η ριζική πολιτική αναβάθμιση του θεσμού η οποία μάλιστα μπορεί να δώσει γόνιμες απαντήσεις στην βαθιά κρίση του πολιτικού συστήματος και να αναδειχθεί σε κομβικό σημείο ισορροπίας του ευρύτερου συστήματος αντιπροσώπευσης.


Εφόσον εγγραφεί στο πολιτικό πρόγραμμα μιας κυβερνώσας αριστεράς, το ευκταίο αλλά και εφικτό αυτό ενδεχόμενο είναι σε θέση να γεννήσει εντελώς νέες δυναμικές νομιμοποίησης, ειδικά τώρα που το προϋπάρχον κομματικό σύστημα ρευστοποιείται και γίνεται πολυπολικό. Όσο για το μακροσκοπικό επίπεδο, μια αυτοδιοίκηση με γνήσια απεύθυνση και αναφορά στην κοινωνική βάση θα βοηθήσει το πολιτικό σύστημα να αποκτήσει τη θεσμική και πολιτική «βιοποικιλότητα» που απαιτείται προκειμένου να προσαρμοστεί και να επιβιώσει.




Εισήγηση Στέφανου Δημητρίου

(Ο Στέφανος Δημητρίου διδάσκει Πολιτική Φιλοσοφία στον Τομέα Φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων)










Η πρωταρχική εξουσία των πολιτών: Τοπική  Δημοκρατία και Λαϊκή Κυριαρχία

Κυριαρχία και αντιπροσώπευση
Στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία η κυριαρχία  του λαού είναι διαμεσολαβημένη. Ο λαός ασκεί την κυριαρχία του διά των αντιπροσώπων του, οι οποίοι εκλέγονται από τον ίδιο. Αυτή η διαμεσολάβηση έχει οδηγήσει στο να ανάγεται η λαϊκή κυριαρχία  στην πολιτική αντιπροσώπευση. Η τελευταία ορίζεται ως εξουσία εκλογής. Είναι η διαδικασία εκλογικής ανάδειξης των αντιπροσώπων του λαού στο κοινοβούλιο. Σε αυτό το πλαίσιο, δηλαδή το πλαίσιο αυτής της διαμεσολάβησης, η δημοκρατία ταυτίζεται με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία.  Με αυτόν τον τρόπο, η  λαϊκή κυριαρχία στερείται τη νοηματική της αυθυπαρξία, καθώς και τη συνακόλουθη κανονιστική της βαρύτητα.  Η κυριαρχία του λαού εξαντλείται στη έκφραση της βούλησής του, η οποία έχει σκοπό την εκλογή κυβέρνησης. Συνεπώς, η θεσμική και εννοιολογική διάκριση της κυριαρχίας από την κυβέρνηση  σχεδόν  αίρεται. Τι συνεπάγονται όλα τα παραπάνω για  την έννοια της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας ως κανονιστικής αρχής της; Η  ταύτιση κυριαρχίας και κυβέρνησης καθιστά τη  λαϊκή κυριαρχία έννοια υποσύνολη της μορφής διακυβέρνησης. Υποτάσσεται  στη διακυβέρνηση και χρησιμεύει απλώς ως  τυπική συνθήκη  νομιμοποίησης της εξουσίας. Όλα αυτά αφορούν τον λαό ο οποίος είναι ο πυρήνας της λαϊκής κυριαρχίας, ο φορέας της κυριαρχίας.
Λαϊκή κυριαρχία και αντιπροσώπευση είναι έννοιες αντιφατικές. Η πολιτική αντιπροσώπευση, ως σχέση πολιτική, συνδέει τον αντιπροσωπευόμενο λαό με τους αντιπροσώπους του ενώπιον ενός τρίτου προσώπου. Η μελέτη της αναδεικνύει  μια αναγκαία διάκριση που τονίζει τη διάσταση κυριαρχίας και κυβέρνησης. Η διάκριση μεταξύ κυριαρχίας και κυβέρνησης θεμελιώνει την υπαγωγή των συνταγματικών αρχών στο κυρίαρχο έθνος, αλλά και προσδιορίζει τη μορφή του πολιτεύματος: δηλαδή πώς από την αδυναμία άσκησης της πολιτικής εξουσίας – άμεσα από το  ίδιο τον κυρίαρχο λαό – προέκυψε η ανάγκη ανάθεσης της εξουσίας στις δημόσιες αρχές και η άσκησή της από αυτές. Η ιστορική εξέλιξη, ωστόσο, οδήγησε στην πλήρη αυτονόμηση της κυβερνητικής εξουσίας από τη λαϊκή κυριαρχία, και κατέστησε, σήμερα, την τελευταία κενό γράμμα. Απορρόφησε τη λαϊκή κυριαρχία. Το πολίτευμα ταυτίστηκε με τη μορφή διακυβέρνησης. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία  κατέστη συνώνυμη της δημοκρατίας εν γένει. Η εκλογική διαδικασία ταυτίστηκε με την ιδέα της  δημοκρατίας.  Η εξίσωση της δημοκρατίας με τις εκλογές καταξίωσε ενίσχυσε  την πολιτική αντιπροσώπευση. Από τη στιγμή που η δημοκρατία ανάγεται στην εκλογική διαδικασία, τότε, κατά λογική συναγωγή, και η εκλογική αντιπροσώπευση θεωρείται ότι ταυτίζεται με τη δημοκρατία. Έτσι,  η μορφή της κυριαρχίας, δηλαδή η μορφή του πολιτεύματος, ανάγεται στη μορφή της διακυβέρνησης. Το αντιπροσωπευτικό σύστημα διακυβέρνησης δεν αντιμετωπίζεται ως κάτι διακριτό από τη λαϊκή κυριαρχία, αλλά ταυτίζεται με τη δημοκρατία και αποκαλείται «αντιπροσωπευτική δημοκρατία». Εκλαμβάνεται δηλαδή η αντιπροσωπευτική μορφή κυβέρνησης ως στοιχείο καθοριστικό της φύσης του δημοκρατικού πολιτεύματος.  Με βάση τον συλλογισμό αυτόν, η «κυριαρχία του λαού» εξισώνεται – μέσω της εκλογικής αντιπροσώπευσης –  με  την «κυβέρνηση του λαού». Κατά συνέπεια, οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του λαού θεωρείται ότι εκφράζουν, κυβερνώντας, την κυριαρχία του λαού. Η διάκριση της δημοκρατίας από την αντιπροσωπευτική κυβέρνηση είναι, σήμερα,  επιβεβλημένη. 

Η κρίση της δημοκρατίας και της αντιπροσώπευσης και η αξία της τοπικής δημοκρατίας
Ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης προϋποθέτει αυτήν ακριβώς τη διάκριση ανάμεσα σε κυριαρχία και αντιπροσώπευση. Προϋποθέτει δηλαδή τη διάκριση ανάμεσα σε πολίτευμα και μορφή της διακυβέρνησης. Στο πεδίο που ορίζει αυτή η διάκριση είναι δυνατή η ενίσχυση της λαϊκής κυριαρχίας, εντός της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, μέσω της πρωταρχικής εξουσίας που μπορούν να ασκήσουν οι πολίτες εντός των τοπικών κοινωνιών. Αυτό είναι το πεδίο της τοπικής δημοκρατίας, δηλαδή της τοπικής αυτοδιοίκησης ως εμβάθυνσης της λαϊκής κυριαρχίας και εκδήλωσης της πρωταρχικής εξουσίας που μπορούν να ασκήσουν οι πολίτες. Η διάκριση λοιπόν, σε αυτό το πλαίσιο, αναπροσδιορίζεται ως εξής: η δυνατότητα να ασκηθεί πρωταρχική εξουσία συντελεί στη διάκριση ανάμεσα  στην πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση και τα άλλα συντεταγμένα όργανα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.  Γνώρισμα της σχέσης δημοκρατίας, αντιπροσώπευσης και τοπικής δημοκρατίας είναι η συλλογική αυτονομία. Η τελευταία συνίσταται στη δυνατότητα του λαού, ως φορέα της κυριαρχίας, να αυτοκαθορίζεται νομοθετικώς. Στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, ο αυτοκαθορισμός του λαού διαμεσολαβείται από  το αντιπροσωπευτικό σώμα. Το αντιπροσωπευτικό σώμα αναδεικνύεται σε εκφραστή της λαϊκής θέλησης και εκδηλώνει την κυριαρχία του εν ονόματι του λαού, με τον οποίον δηλώνει ότι ταυτίζεται. Η βούληση των αντιπροσώπων ανάγεται στη λαϊκή βούληση. 
Σε αυτό το πλαίσιο, διαφυλάσσεται το αίτημα της αυτονομίας ως συλλογικού, δημοκρατικού αυτοκαθορισμού του λαού, αλλά με τη λαϊκή κυριαρχία να καθίσταται παραπληρωματικός όρος της αντιπροσώπευσης. Έτσι, η κυριαρχία του λαού ανάγεται σε πηγή εκπόρευσης της κυριαρχίας. Μετατρέπεται σε διαδικασία περάτωσης αυτής της αναγωγής, ώστε να είναι δυνατή η εκφώνηση της θέσης ότι η κυριαρχία προέρχεται από τον λαό και ασκείται σύμφωνα με τη διακριβώσιμη βούλησή του και την τεκμαρτή της καταγραφή. Η άσκηση της λαϊκής κυριαρχίας τελείται μέσω της εκλογικής ανάδειξης των αντιπροσώπων και την ανταγωνιστική εκδήλωση της λαϊκής βούλησης, που επιτρέπει τη διάκριση σε πλειοψηφία και μειοψηφία. Συνεπώς, η εκλογική διαδικασία συνιστά την κύρια αρχή της αντιπροσωπευτικής μορφής της διακυβέρνησης και όχι το «κληρουσθαι τας αρχάς». Η άσκηση της κυριαρχίας, μέσω των διαμεσολαβούντων αντιπροσώπων, είναι μεν αναπόφευκτη, αλλά δεν παύει να καλείται δημοκρατία καταχρηστικώς και όχι ουσιωδώς. Όμως, και αυτή, σήμερα, είναι σε κρίση, σε όλη την Ευρώπη και, κυρίως, στη χώρα μας. Στην πατρίδα μας, με την  πολιτική του Μνημονίου, επήλθε αλλοίωση των χαρακτηριστικών του πολιτεύματος και άρση της συνταγματικής αυτονομίας της χώρας. Η παρούσα κρίση της δημοκρατίας είναι κρίση και της λαϊκής κυριαρχίας και της αντιπροσώπευσης. Στη χώρα μας, διέρχεται κρίση ο ίδιος ο κοινοβουλευτισμός και αυτό φαίνεται από την υποκατάσταση της νομοθετικής εξουσίας από την εκτελεστική μέσω της υποκατάστασης της κοινοβουλευτικής λειτουργίας από την έκδοση Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου. Αυτή είναι η «κατάσταση έκτακτης ανάγκης». Η επίκλησή της, απορρέουσα από το γεγονός ότι η πολιτική του Μνημονίου δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε συνθήκες ομαλής άσκησης της δημοκρατίας, κατέστησε τη συρρίκνωση της δημοκρατίας, καθώς και την παράκαμψη του Συντάγματος, προϋπόθεση για την τελεσφόρα εφαρμογή της. Με άλλα λόγια,
το Μνημόνιο λειτούργησε ως «παρασύνταγμα». Τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Με αυτόν τον όρο, χαρακτηρίστηκαν τα  νομοθετήματα που  ίσχυαν παράλληλα με το Σύνταγμα του 1952. Τι επικαλούνταν οι υποστηρίζοντες, τότε, την – παράλληλη με το Σύνταγμα – χρήση των «παρασυνταγμάτων»; Επικαλούνταν την κατάσταση «έκτακτης ανάγκης», που την είχε ορίσει το μετεμφυλιακό καθεστώς της δωσίλογης, πρώην γερμανοντυμένης Δεξιάς. Το «παρασύνταγμα» βρίσκεται σε κατάσταση  παρασιτικής  συνύπαρξης με το Σύνταγμα. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν δύο ασύμβατες αρχές ικανές να καθορίζουν τη συνταγματική νομιμότητα. Το Μνημόνιο, ως «παρασύνταγμα», δεν υπονομεύει, απλώς, αλλά αλλοιώνει το Σύνταγμα. Το Μνημόνιο ορίζει υποχρεώσεις δεσμευτικώς εκπληρώσιμες. Οι «παρασυνταγματικοί» του κανόνες οδηγούν στην παράκαμψη του Συντάγματος.  Οι «παρασυνταγματικοί» κανόνες του Μνημονίου δεν καταργούν τα συνταγματικά δικαιώματα. Χωρίς να καταργούν τη συνταγματική νομιμότητα καθεαυτήν, δημιουργούν, στον πυρήνα της, ένα απροσπέλαστο πεδίο. Σε αυτό το πεδίο, οι συνταγματικές διατάξεις παραμένουν τυπικώς ισχύουσες αλλά, επί της ουσίας, εξασθενίζει η δυναμική τους και νεκρώνονται. Γι’ αυτό, το μνημονιακό «παρασύνταγμα» αναπτύσσεται παρασιτικώς και αναρριχάται ως κισσός στον κορμό του Συντάγματος. Η παρασιτική λειτουργία του Μνημονίου, επί του Συντάγματος, επηρεάζει και το πολίτευμα, εφόσον το Σύνταγμα έχει διαπλαστική ισχύ ως προς  το πολίτευμα. Αυτή η λειτουργία ανάγεται στην «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», προκειμένου να εδραιωθεί η υποκατάσταση της νομοθετικής εξουσίας από την εκτελεστική. Η τελευταία εκτελεί πλέον τις «παρασυνταγματικές» επιταγές σε βάρος της δημοκρατίας και της κοινωνίας. Η επίκληση της «κατάστασης έκτακτης ανάγκης» μετατρέπεται σε κριτήριο για τον προσδιορισμό περιστάσεων ως ιδιαιτέρως κρίσιμων και, άρα, επιτακτικώς αντιμετωπίσιμων. Τι και πώς, όμως, θα κρίνει την κρισιμότητα και τα μέτρα αντιμετώπισης των εξαιρετικών καταστάσεων; Εδώ, η «παρασυνταγματική» λειτουργία του Μνημονίου είναι κυριολεκτικώς καθοριστική. Καθορίζει την κρισιμότητα. Καθορίζει με ποια κριτήρια κρίνεται το αν ένα επίδικο ζήτημα, όπως, π.χ., τα εργασιακά δικαιώματα και οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, θα κριθεί σύμφωνα με το Σύνταγμα ή το «παρασύνταγμα», δηλαδή το Μνημόνιο. Το τελευταίο νομιμοποιείται, αναγόμενο στην «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», που την προϋποθέτει και την ορίζει, προκειμένου να μπορεί να την επικαλείται. Όποτε, λοιπόν, ανακύπτει ένα μείζον πρόβλημα, το αν αυτό θα κριθεί σύμφωνα με το Σύνταγμα, δηλαδή τον καταστατικό νόμο του κράτους, ή το παρασιτικό «παρασύνταγμα», το αποφασίζει η επιβληθείσα από τη Γερμανία πολιτική και η μίσθαρνη, κατηχητική προπαγάνδα των Μ.Μ.Ε που κερδίζουν από την κρίση. Τι καθιστά δυνατό, όμως,  αυτή η λειτουργία του Μνημονίου; Επιτρέπει να μένουν ανέλεγκτα – ακόμη και σε επίπεδο κοινοβουλευτικού ελέγχου – τα ανωτέρω κριτήρια. Δημιουργείται έτσι ένα συνταγματικό κενό και, σε αυτό το κενό, καταβαραθρώνεται η λαϊκή κυριαρχία. Συνεπώς, το Σύνταγμα και το «παρασυνταγματικό» Μνημόνιο λειτουργούν ως παράλληλα νομικά καθεστώτα. Όμως, το δεύτερο, με ιδεολογικούς όρους, που συχνά αίρουν τη διάκριση νομικής και πολιτικής σφαίρας, επιφέρει την αδράνεια των συνταγματικών κανόνων, επειδή καταφέρνει να οργανώνει την καθημερινότητα της κοινωνίας και να ορίζει την πολιτική, σύμφωνα με τους δικούς του «παρασυνταγματικούς» κανόνες. Αυτούς τους κανόνες –  με τη στήριξη που διασφαλίζουν οι σχέσεις πατρωνίας, με τις οποίες η κυβέρνηση υποθάλπει τους  ιδιοκτήτες των Μ.Μ.Ε., που ευημερούν σε βάρος της κοινωνίας, συντηρούμενοι με δημόσιο χρήμα –  το «παρασύνταγμα» τους προβάλλει ως αυτονοήτως και αναντιρρήτως αναγκαίους. Πλέον, είμαστε σε μεταβατική περίοδο προς την παγίωση της πολιτικής που επέβαλε το Μνημόνιο. Πρόκειται για την εδραίωση νέας κανονικότητας, που θα ισχύει με τους όρους του Μνημονίου, ακόμη και αν αυτό πια δεν θα ονομάζεται έτσι. Άλλωστε δεν θα υπάρχει, πλέον, λόγος να ονομάζεται έτσι. Το Μνημόνιο προσδιόριζε μέτρα έκτακτης ανάγκης. Τώρα, οδεύουμε προς την παγίωση των γνωρισμάτων της έκτακτης ανάγκης, η οποία όμως θα είναι η νέα κανονικότητά μας. Τώρα, διακυβεύεται  η ίδια η συνταγματική αυτονομία. Αυτό σημαίνει ότι παγιώνεται η αδυναμία της χώρας ως προς το να καθορίζει αυτοδυνάμως και κυριαρχικώς τους καταστατικούς κανόνες που διέπουν την αυτοτέλειά της. Πρόκειται για τους κανόνες που ορίζουν την αυθυπαρξία της, ως κρατικής οντότητας, και θεμελιώνουν την κρατική εξουσία και την υπόστασή της. Χάνει δηλαδή η χώρα μας τη δυνατότητα να εκδηλώνει την κυριαρχία της, με ό,τι συνεπάγεται αυτό για την πρωταρχική συντακτική εξουσία και το πολίτευμα. Σημαίνει ότι μπορεί να αποκτήσει συνταγματική, νομικοπολιτική περιωπή το Μνημόνιο, χωρίς να ονομάζεται πλέον «Μνημόνιο». Το μείζον ζήτημα αφορά τον περιορισμό της συνταγματικής αυτονομίας, σε σχέση με την αρχή του δημοκρατικού αυτοκαθορισμού του λαού. Αυτή η αρχή καθορίζει και την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας ως κανονιστικού πυρήνα της δημοκρατίας. Το Μνημόνιο οδήγησε στην υποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας από την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης». Όλα αυτά οδηγούν  στο να αποκτήσει σταθερά χαρακτηριστικά η αλλοίωση των δημοκρατικών αρχών και των δικαιοκρατικών εγγυήσεων του πολιτεύματος. Να, λοιπόν, πώς καταρρέουν μαζί το κοινωνικό κράτος και το κράτος δικαίου.
Σε αυτό το πλαίσιο, μπορούμε, πλέον, να καταλάβουμε ότι η πολιτική σταθερότητα που υπόσχεται ο ακροδεξιός Σαμαράς, καθώς και ο υποτελής σε αυτόν αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, είναι η σταθερότητα της μετατροπής της κρίσης και του Μνημονίου σε πάγια οργανωτική αρχή της πολιτικής ζωής και της καθημερινότητάς μας. Αυτό το πλαίσιο όμως μπορεί να ανακαθοριστεί, εάν αναπροσδιοριστεί η ίδια η πολιτική ως χώρος του γενικού συμφέροντος. Αυτό απαιτεί την επίκληση του αντιθέτου της κατάστασης έκτακτης ανάγκης: της λαϊκής κυριαρχίας. Πεδίο ισχυρής εκδήλωσή της είναι η πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση ως χώρος σύστασης της τοπικής δημοκρατίας και άσκησης της πρωταρχικής εξουσίας των εγγυητών της: των πολιτών.

Σε τι συνίσταται και πώς ασκείται η πρωταρχική εξουσία;
Από τα παραπάνω, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η άσκηση της πρωταρχικής εξουσίας συνιστά ποιοτικό γνώρισμα της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης, τέτοιο που να εμπλουτίζει την ίδια την αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Καθιστά την τελευταία πιο ουσιαστική. Η πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση,  προκειμένου να επιτελέσει αυτό το καθοριστικό έργο της, θα πρέπει να ορίζεται από κοινού με το νομοθετικώς προσδιορισμένο πεδίο της, την έκτασή της. Η πρωταρχική εξουσία των πολιτών χρειάζεται χωρικό πεδίο. Χρειάζεται καθορισμένο πλαίσιο. Χρειάζεται την επικράτειά της. Χρειάζεται την επικράτειά της, διότι η πρωταρχική εξουσία των πολιτών είναι η πρωταρχική τους κυριαρχία και η έννοια «κυριαρχία» συντάσσεται λογικώς με την έννοια «επικράτεια», ώστε, δι’ αυτού του συνδέσμου, να αποτελούν λογική-εννοιολογική συζυγία. Η πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση είναι πεδίο αναπροσδιορισμού της πολιτικής ως άσκησης του γενικού συμφέροντος και, ως εκ τούτου, είναι και πεδίο άσκησης της πρωταρχικής εξουσίας που πρέπει να αποσκοπεί στο γενικό συμφέρον. Έτσι, ορίζεται το πλαίσιο που μπορεί να εξηγήσει και να δικαιολογήσει κινήματα και πρωτοβουλίες πολιτών, σε τοπικό επίπεδο, εκφραζόμενες μέσω λαϊκών συνελεύσεων και οργανωμένων διεκδικήσεων για το δημόσιο αγαθό της παιδείας, της υγείας και της προάσπισης του νερού ως αγαθού ανήκοντος σε όλους. Η πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση, ως πυρήνας της τοπικής δημοκρατίας, συνιστά πεδίο όχι μόνο για τον αξιακό ανακαθορισμό της πολιτικής ως χώρου του γενικού συμφέροντος, αλλά και για την ουσιώδη συνάφειά της με την αξία της αλληλεγγύης. Ως εκ τούτου, λοιπόν, η πρωταρχική εξουσία των πολιτών, ασκούμενη εντός του πλαισίου της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης, μπορεί να εκφραστεί ως οργανωμένη αλληλεγγύη και στήριξη των χειμαζόμενων συνανθρώπων και συμπολιτών. Αυτοί οι προσδιορισμοί της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης, όπως απορρέουν από τις διαφορετικές εκδηλώσεις της πρωταρχικής εξουσίας των πολιτών, συνδέουν τον αξιακό δεσμό των αλληλέγγυων πολιτών με την αρχή της συλλογικής ευθύνης ως στοιχείου του συλλογικού, πολιτικού αυτοκαθορισμού. Ο πολιτικός αυτοκαθορισμός προϋποθέτει τη δημιουργία πολιτικής κοινότητας απαρτιζόμενης από τους πολίτες που εκφράζουν την κοινή βούληση να υπαχθούν σε νόμους, που θα έχουν την ίδια ισχύ για όλους και θα τίθενται από τους ίδιους. Ο λαός είναι υποκείμενο του διαρκούς, συλλογικού και πολιτικού αυτοκαθορισμού, επειδή ο ίδιος είναι πηγή της εξουσίας που επιτρέπει αυτόν τον αυτοκαθορισμό. O λαός έχει ο ίδιος, καθεαυτόν, την εξουσία του συλλογικού-πολιτικού αυτοκαθορισμού και, γι’ αυτό, δεν χρειάζεται να την αναζητήσει και να την εξεύρει σε κάποια υπερκείμενη αυτού αρχή. Αυτή είναι η ουσία της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης: η εκδήλωση και άσκηση της πρωταρχικής εξουσίας των πολιτών συνδέει την αιρετή αντιπροσώπευση με την ανακλητότητα μέσω δημοψηφισμάτων, στο πλαίσιο των συμμετοχικών θεσμών. Αυτοί οι θεσμοί συνιστούν αποκρυσταλλώσεις της αρχής του συλλογικού, πολιτικού αυτοκαθορισμού, νοούμενου ως κύριας έκφρασης της πολιτικής αυτονομίας. Η έκφραση της πολιτικής αυτονομίας και η άσκηση της πρωταρχικής εξουσίας των πολιτών, ως εκδήλωση του δημοκρατικού αυτοκαθορισμού των πολιτών που συγκροτούν την έννοια «λαός», περιλαμβάνει τον θεσμό των τοπικών δημοψηφισμάτων, των λαϊκών συνέλευσεων και την, κατόπιν διαβούλευσης, λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, σε τοπικό επίπεδο. Υπάρχει ακόμη, δυνάμει του Συντάγματος και του άρθρου 43, παρ.2, η δυνατότητα η αυτοδιοίκηση να προβαίνει στην έκδοση κανονιστικών πράξεων, ύστερα από εξουσιοδότηση.
Από τα παραπάνω, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η τοπική αυτοδιοίκηση, νοούμενη και λειτουργούσα ως τοπική δημοκρατία, είναι ισχυρό έρεισμα για τη στήριξη του βαλλόμενου πολιτεύματος. Παραλλήλως, όμως, μπορεί να συμβάλει καθοριστικώς στην προσπάθεια για κοινωνική ανόρθωση, παραγωγική ανασυγκρότηση, αλλά και σ τη στήριξη του αγώνα για την επιβίωση των μερίδων της κοινωνίας που εξαθλιώνονται ραγδαίως. Η Αριστερά, στο πλαίσιο της αυτοδιοίκησης ως τοπικής δημοκρατίας, θα πρέπει να συγκροτήσει ένα νέο συμβόλαιο με τους πολίτες, που είναι οι πρωταγωνιστές της πρωταρχικής εξουσίας, και το κράτος για τη δίκαιη και ορθολογική κατανομή των πόρων. Αυτό βεβαίως σημαίνει ότι η αποτελεσματική και δίκαιη φορολογική συγκέντρωση και κατανομή εσόδων θα είναι στα κύρια μελήματα της πολιτικής για την αυτοδιοίκηση, προκειμένου αυτή να μπορεί να παρέχει τις κοινότητες των πολιτών, δηλαδή τις εστίες άσκησης της πρωταρχικής εξουσίας τους, με δημόσια αγαθά. Αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς την εκχώρηση οικονομικών πόρων από το κράτος προς την αυτοδιοίκηση. Δεν μπορεί, όμως, να γίνει και χωρίς την εγγυημένη αξιοπιστία των συντελεστών της αυτοδιοίκησης. Οι κύριοι συντελεστές είναι οι ίδιοι οι πολίτες. Αυτοί συναποτελούν τον λαό. Ο τελευταίος μπορεί ορισθεί ως συντεταγμένη ενότητα, σύνολο πολιτών που είναι φορείς ίσων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, καθώς και ίσου πολιτικού αυτοκαθορισμού. Ο ίσος πολιτικός αυτοκαθορισμός δεν μπορεί να συντελεσθεί χωρίς την άσκηση και της πρωταρχικής εξουσίας, στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης, και χωρίς την κραταιά αρχή της δημοκρατικής, πολιτικής ισότητας. Βλέπουμε, λοιπόν, γιατί και πώς η τοπική αυτοδιοίκηση, ως τοπική δημοκρατία, εγγράφεται στον πυρήνα της δημοκρατίας. Εγγράφεται σε αυτόν, επειδή συνιστά κύρια, ουσιώδη εκδήλωση της λαϊκής κυριαρχίας, μέσω του ίσου – λόγω της δημοκρατικής, πολιτικής ισότητας – αυτοκαθορισμού των πολιτών. Ο τελευταίος δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τη δυνατότητα αυτόβουλης, πολιτικής δράσης και συμμετοχής. Η τελευταία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τους συμμετοχικούς θεσμούς που την καθιστούν δυνατή. Αυτοί οι θεσμοί δεν λειτουργούν χωρίς την κριτική, πολιτική αυτενέργεια όλων και τη διηνεκή συμμετοχή όλων στα δημόσια πολιτικά πράγματα. Αυτή η αυτενέργεια αναβιβάζεται σε συλλογική, πολιτική αυτονομία, όταν ασκείται ως πρωταρχική εξουσία. Να  ποια είναι η αξία και η σπουδαιότητα της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης: είναι το πεδίο άσκησης της πρωταρχικής εξουσίας των πολιτών. Κατά την άσκησή της γίνονται λαός, ο  φορέας της κυριαρχίας. Γι’ αυτό η τοπική δημοκρατία είναι πυλώνας του πολιτεύματος, του απειλούμενου, αλλοιούμενου πολιτεύματος. Γι’ αυτό η τοπική δημοκρατία είναι πεδίο αλληλεγγύης και προϋπόθεσης για την επιβίωση των εξαθλιούμενων πολιτών. Πώς το βλέπουμε αυτό;

Για να προχωρείς μπροστά, πρέπει να ξέρεις να κοιτάς και πίσω.
Πού θα δούμε όλα τα παραπάνω; Θα τα δούμε ως προοπτική, δυνατότητα και επιδιωκόμενο σκοπό. Μπορούμε, όμως, να τα δούμε, αν κοιτάξουμε πίσω μας. Τι θα δούμε, αν κοιτάξουμε πίσω μας; Θα δούμε την πολιτική παράδοσή μας. Θα δούμε τη ζείδωρη πολιτική παράδοση, που σφραγίστηκε από τον Ρουσσώ και την Παρισινή Κομμούνα, τον Ρήγα Φεραίο, με το ρουσσωικής εμπνεύσεως «Σχέδιο Συντάγματος» που εξεπόνησε. Θα δούμε το Ε.Α.Μ. και την αναθεμελίωση της τοπικής αυτοδιοίκησης ως λαϊκής αυτοδιοίκησης, ως τοπικής δημοκρατίας. Ας ξεκινήσουμε από τον Ρήγα. Ο Ρήγας απέβλεπε στη δημιουργία όλων των προϋποθέσεων που θα καθιστούσαν δυνατή την αυτόβουλη πολιτική δράση και συμμετοχή των πολιτών στα δημόσια πολιτικά πράγματα. Αποσκοπούσε  δηλαδή στο να καταστήσει τον διηνεκή συλλογικό, πολιτικό και δημοκρατικό αυτοκαθορισμό ως την ουσιώδη έκφραση και εκδήλωση της κυριαρχίας του λαού. Συνεπώς, κύρια αρχή  του συνταγματικού σχεδίου του Ρήγα είναι η σύνδεση ατομικών και πολιτικών ελευθεριών, στο πλαίσιο άσκησης της λαϊκής κυριαρχίας, της «αυτοκρατορίας του λαού», όπως την ονομάζει. Αυτές είναι οι προϋποθέσεις που θέτει το «Σχέδιο Συντάγματος» του Ρήγα, ώστε η ελληνική Πολιτεία να είναι ευτεταγμένη, δημοκρατική πολιτεία, ικανή να διασφαλίσει την εύρυθμη και οργανωμένη συνύπαρξη, όχι των ατόμων ή ανθρώπων που ανήκουν στο ίδιο γένος ή την ίδια φυλή, αλλά των ελεύθερων και ίσων πολιτών που έχουν ίση δυνατότητα ατομικού και συλλογικού-πολιτικού αυτοκαθορισμού. Να από πότε ξεκινά η αρχή του ίσου πολιτικού αυτοκαθορισμού που τον συζητούσαμε προηγουμένως σε σχέση με τη σύγχρονη πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση ως πεδίου άσκησης της πρωταρχικής εξουσίας των πολιτών, δηλαδή του πολιτικού αυτοκαθορισμού.  Είναι οι πολίτες που συναπαρτίζουν τον λαό. Είναι ο λαός που διεκδικεί και επιτυγχάνει τον δημοκρατικό αυτοκαθορισμό του, όπως έδειξε η θεμελιώδης και ριζοσπαστική πολιτική φιλοσοφία του Ρουσσώ, τις ιδέες του οποίου ενστερνίζεται ο Ρήγας. Αυτή είναι η αρχή της πολιτικής αυτονομίας. Σε αυτό το σημείο μπορούμε να εντοπίσουμε την ουσιαστική συμβολή του Ρήγα: στη «Νέα Πολιτική Διοίκηση», μαζί με το Σύνταγμα της κρατικής οργάνωσης, διαμορφώνεται και το Σύνταγμα των δικαιωμάτων. Από τα παραπάνω μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο Ρήγας διαμορφώνει  «Σχέδιο Συντάγματος», στο οποίο το Σύνταγμα της ελληνικής δημοκρατικής πολιτείας περιλαμβάνει θεμελιώδεις κανονιστικές αρχές που καθορίζουν την οργάνωση και τη λειτουργία  της, ενώ, παραλλήλως, ορίζουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών, οι οποίες καθιστούν δυνατή την πολιτική συμμετοχή. Ο Ρήγας, με το σχέδιο δημοκρατικού Συντάγματος, επεδίωκε να διασφαλίσει τους όρους για τη συγκρότηση των εξουσιών και των λειτουργιών της συνταγματικώς οργανωμένης ελληνικής, δημοκρατικής Πολιτείας, ταυτοχρόνως με την αναγνώριση και την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών και τη διάπλαση των θεμελιωδών, καταστατικών αρχών αυτής της Πολιτείας. Από τα παραπάνω,  θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι αυτό το «Σχέδιο Συντάγματος» συντάσσεται ως μια μορφή πρωταρχικής οργάνωσης της  πολιτικής κοινωνίας, στην οποία απέβλεπε η Ελληνική Επανάσταση. Το επαναστατημένο έθνος, συγκροτούμενο σε πολιτική κοινότητα και δύναμη της δημοκρατίας, διά του Συντάγματος, θα καθορίσει την πολιτική υπόσταση και την ταυτότητα της πολιτικής ένωσης. Ταυτοχρόνως, ο Ρήγας αποσκοπεί στο να ορίσει, με το «Σχέδιο Συντάγματος», τον θεμελιώδη, καταστατικό νόμο, ο οποίος, εκτός από το να καθορίζει την πολιτική υπόσταση της πολιτικώς οργανωμένης κοινωνίας, θα αποτελεί και πηγή δικαίου για τη σύσταση των θεμελιωδών αρχών και λειτουργιών της πολιτείας. Με άλλα λόγια, ο Ρήγας αποσκοπεί στη διατύπωση θεμελιωδών αρχών που θα αποτελούν και οδηγητικές αρχές για τη ρύθμιση της οργανωμένης, κοινωνικής συνύπαρξης. 
Όλα τα παραπάνω τα εγγυάται ο φορέας της κυριαρχίας: «Ο αυτοκράτωρ λαός είναι όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου τούτου, χωρίς εξαίρεσιν θρησκείας και διαλέκτου, Έλληνες, Βούλγαροι, Αλβανοί, Βλάχοι, Αρμένηδες, Τούρκοι και κάθε άλλο είδος γενεάς». Έτσι,  περιγράφει ο Ρήγας τον λαό και την κυριαρχία του, στο άρθρο 7 – στο κεφάλαιο «Περί της αυτοκρατορίας του λαού» -  της «Νέας Πολιτικής Διοίκησης». Αυτός είναι ο ορισμός της λαϊκής κυριαρχίας, σύμφωνα με τον Ρήγα: είναι η «αυτοκρατορία του λαού», δηλαδή η αυτοδυναμία του. Είναι ο κυρίαρχος λαός που συνιστά τον θεματοφύλακα όλων των εξουσιών.
Από αυτό το δικαιοπολιτικό πνεύμα εμφορείται το θεσμικό έργο της Εθνικής Αντίστασης, του Ε.Α.Μ. Πρόκειται για έργο ισάξιο του εγχειρήματος για πολιτικό Διαφωτισμό και αναθεμελίωση της χώρας επί τη βάσει της λαϊκή κυριαρχίας. Είναι ο πολιτικός Διαφωτισμός της δημοκρατίας, ο οποίος απετέλεσε τον πυρήνα του αυτοδιοικητικού έργου της Εθνικής Αντίστασης: «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό και ασκούνται από τον λαό. Η Αυτοδιοίκηση και η λαϊκή Δικαιοσύνη είναι θεμελιώδεις θεσμοί του δημοσίου βίου των Ελλήνων». Έτσι ορίζεται, στο άρθρο 2, του ψηφίσματος του Εθνικού Συμβουλίου, με το οποίο κυρώθηκε η Ιδρυτική Πράξη της Π.Ε.Ε.Α., στις 10 Μαρτίου 1944, στην εθνοσυνέλευση των Κορυσχάδων, ότι ο λαός είναι πηγή όλων των εξουσιών.  Το ψήφισμα αυτής της εθνοσυνέλευσης αναγορεύει τον λαό φορέα της κυριαρχίας και ορίζει ότι «Το Εθνικό Συμβούλιο είναι το ανώτερο όργανο της Λαϊκής Κυριαρχίας. Η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης έχει τις εξουσίες που καθορίζει αυτό το ψήφισμα» (άρθρο 3). Με την ίδρυση της Π.Ε.Ε.Α διαμορφώνεται και το νομοθετικό έργο της Εθνικής Αντίστασης. Η καθιέρωση ίσων πολιτικών και αστικών δικαιωμάτων, για άνδρες και γυναίκες, όπως ορίστηκε στο άρθρο 5 του προαναφερθέντος  ψηφίσματος, και η οργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης και της λαϊκής δικαιοσύνης (Πράξη 55 και 57, 63, αντιστοίχως) αναδεικνύουν την αξία της πολιτικής συμμετοχής ως εκδήλωσης της λαϊκής κυριαρχίας. Οι συγκεκριμένες διατάξεις για την αυτοδιοίκηση καθιστούν τον δήμο και την κοινότητα κέντρα άσκησης της λαϊκής κυριαρχίας, με υποχρέωση λογοδοσίας και δυνατότητα να ασκείται λαϊκός έλεγχος. Σε συνάφεια με τα όσα ανέφερα στις προηγούμενες ενότητες αυτού του άρθρου, ο δήμος και η κοινότητα αποτελούν το πεδίο της άσκησης της πρωταρχικής εξουσίας των πολιτών, σύμφωνα με ό,τι προβλέπει το νομοθετικό έργο της Π.Ε.Ε.Α. για την αυτοδιοίκηση. Το θεσμικό έργο του Ε.Α.Μ. – μέσω των Πράξεων που θέσπισε η Π.Ε.Ε.Α. – εγγράφεται στη δημοκρατική παράδοση του συνταγματισμού της Ελληνικής Επανάστασης, όπως καταφαίνεται στο «Σχέδιο Συντάγματος» του Ρήγα αλλά και στο Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827. Το αυτοδιοικητικό της Π.Ε.Ε.Α. αναδεικνύει το Ε.Α.Μ. σε κορυφαία έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας και του δημοκρατικού πατριωτισμού, ο οποίος ορίζει ότι το δημοκρατικό φρόνημα δεν μπορεί παρά να είναι και πατριωτικό φρόνημα, εμπνεόμενο από την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Το Ε.Α.Μ. προέταξε την απελευθέρωση της χώρας, την επιβίωση του λαού και την ανόρθωση της κοινωνίας, καθώς και τη συγκρότηση κράτους. Αυτό δεν σημαίνει ότι αποτελεί υπόδειγμα προς αντιγραφή. Σημαίνει ότι συνιστά  ιστορικό φαινόμενο, ικανό να εμπνεύσει για την εκ νέου πρόταξη της λαϊκής κυριαρχίας ως κανονιστικής αρχής της δημοκρατίας. Αυτή την κανονιστική αρχή της λαϊκής κυριαρχίας διασώζει η πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση ως πεδίο άσκησης της πρωταρχικής εξουσίας των πολιτών ∙ των πολιτών που συναποτελούν τον λαό, τον κυρίαρχο λαό. Η άσκηση της πρωταρχική εξουσίας των πολιτών, που συναπαρτίζουν αυτόν τον λαό, προϋποθέτει την ύπαρξη αξιοπρεπών πολιτών. Μόνο έτσι υπάρχει αξιοπρεπής λαός. Μόνο ο αξιοπρεπής λαός μπορεί να είναι κυρίαρχος. Για να είναι κυρίαρχος, θα πρέπει πρωτίστως να είναι κύριος του εαυτού του. Μόνο ο ανθιστάμενος και συμμετέχων λαός είναι κύριος του εαυτού του. Μόνον αυτός μπορεί να είναι φύλακας της βαλλόμενης συνταγματικής, δημοκρατικής πολιτείας. Μόνον αυτός, δηλαδή μόνον εμείς.




Εισήγηση Σταύρου Κωνσταντακόπουλου

(Ο Σταύρος Κωνσταντακόπουλος είναι Επίκουρος καθηγητής στο Πάντειο Παν/μιο)

Οι προβληματισμοί γύρω από την κοινωνία των πολιτών είναι αρκετά παλιοί. Ιδιαίτερη άνθηση θα γνωρίσουν όμως στην Ελλάδα στη διάρκεια της σημιτικής οκταετίας. Οι θεράποντες της θεωρίας της Κοινωνίας των Πολιτών θα χαιρετήσουν σε αυτήν, έννοιες όπως η αυτενέργεια των πολιτών, καθώς και η αποδέσμευση τους από την κηδεμονία του κράτους και των κομμάτων, μερική ή ολική. Βιβλία θα εκδοθούν με το όνομα της, συνέδρια θα γίνουν, άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά αλλά και σε εφημερίδες θα γραφτούν. Ο χώρος της κεντροαριστεράς κυρίως, αλλά όχι μόνον, θα ομνύει του λοιπού σε μια καινούργια θεότητα. Λίγο αργότερα, όταν αρχηγός του ΠΑΣΟΚ θα γίνει ο Γιώργος Παπανδρέου, οι όροι «κοινωνία των πολιτών» θα αντικατασταθούν  από τους όρους «συμμετοχική δημοκρατία». Η θεότητα άλλαξε μάλλον όνομα, παρά περιεχόμενο.
Στην Αριστερά αρκετοί θα δυσανασχετήσουμε θεωρητικά. Θα εμφανιστούμε βέβηλοι προς την καινούργια θεότητα.  Παρότι αρκετά στριμωγμένοι -γιατί πώς να τα βάλεις με την «αυτενέργεια των πολιτών», όταν μάλιστα είσαι της Αριστεράς-, θα διατυπώσουμε τις ενστάσεις μας. Θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε ότι τα σκευάσματα «κοινωνία των πολιτών» και «συμμετοχική δημοκρατία» σε πολύ μικρό και μόνο βαθμό κατασκευάστηκαν για να σηκώσουν τους ανθρώπους από τον καναπέ. Και ότι ο κύριος στόχος τους ήταν, με φόντο το περίφημο «τέλος της ιστορίας», να επιλυθούν τα διάφορα μικροπροβλήματα που αναγκαστικά ανακύπτουν σε μια κοινωνία ακόμα και όταν το τέλος της είχε προδιαγραφεί και ορισθεί. Για να το πω με πιο απλά λόγια. Η ενθάρρυνση, για παράδειγμα, της δραστηριότητας των διαφόρων συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων, διακηρυκτική και μόνο σχέση έχει με μια ενεργή κοινωνία των πολιτών. Εκείνο στο οποίο αποσκοπεί είναι η επίλυση προβλημάτων που η απόσυρση του Κράτους γεννάει. Όταν το Κράτος μειώνει τη χρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης, ως συνέπεια του νεοφιλελεύθερου Αρμαγεδώνα, κάποιος θα πρέπει να πληρώσει το πετρέλαιο για να μην ξυλιάσουν τα παιδιά του.
Τέτοια ήταν τα σκοπούμενα από τις παραπάνω θεωρίες. Όσο για την Αριστερά, το αν ευνοούσε και ενθάρρυνε τις πρωτοβουλίες βάσης, πάμπολλα είναι τα παραδείγματα που το αποδεικνύουν. Από αυτά, ας διαλέξουμε, λόγω χώρου, ένα: αυτό της αγοράς της Κυψέλης. Ένας χώρος στον οποίο σύχναζαν αποκλειστικά - μετά το κλείσιμο των μανάβικων, των χασάπικων και των μπακάλικων - ποντίκια και κατσαρίδες, ευπρεπίστηκε με μόνο έξοδο τις ακάματες προσπάθειες των κατοίκων. Τα χρήματα, βλέπετε, που αργότερα αποδείχτηκε ότι ήσαν πολλά, προορίζονταν αποκλειστικά για τις μκο των ημετέρων που αυξάνονταν μέρα με τη μέρα, με τις ευλογίες, πάντα, της θεότητας «κοινωνία των πολιτών». Και οι κάτοικοι όχι μόνον ευπρέπισαν αυτόν τον χώρο αλλά τον ζωογόνησαν κιόλας. Δανειστικές βιβλιοθήκες, παρουσιάσεις βιβλίων, σχολεία για τους μετανάστες, εκθέσεις ζωγραφικής, συναυλίες και τόσα άλλα. Για όλες αυτές τις δραστηριότητες αλλά και για μείζονα πολιτικά ζητήματα, αποφάσιζε η συνέλευση των κατοίκων, όλων εκείνων, δηλαδή, που δεν φοβήθηκαν τον δημόσιο χώρο αλλά τον άλωσαν, δίνοντας στην αυτενέργεια των πολιτών, πραγματικό περιεχόμενο.
Μόνον που μια τέτοιου είδους αυτενέργεια, που δεν έκανε τους πολίτες αποκλειστικά ειδικούς του τοπικού και του μερικού, που δεν τους παραιτούσε από την ενασχόληση με τα κεντρικά πολιτικά διακυβεύματα, ήταν πολύ, μα πάρα πολύ,  για τον Καμίνη και την παράταξη του που έκλεισαν  και κλειδαμπάρωσαν την Αγορά της Κυψέλης. Γιατί ο Καμίνης και η παράταξή του όταν λέγανε κοινωνία των πολιτών εννοούσαν ενασχόληση με όσα πιάνει το μάτι μας. Για τα άλλα τα μεγάλα, τα υπέρτερα υπάρχουν οι ελίτ. 
Έτσι και τώρα, κηρύσσουν την «πραγματική αυτοδιοίκηση» και μας καλούν να μείνουμε μακριά από τα κόμματα,   μακριά, δηλαδή, από την ενασχόληση με την κεντρική εξουσία και τις αποφάσεις της, που αφορούν την ίδια μας τη ζωή. Μακριά από τα κόμματα εμείς, αλλά τόσο κοντά στην εξουσία αυτοί...




Αγγελική Πανοπούλου και Κώστας Παπαδημητρίου
(Ειδικοί επιστήμονες στον Συνήγορο του Πολίτη)





Δημήτρης Χριστόπουλος και Θοδωρής Σχινάς